Eurobank Equities: Σύσταση «αγορά», νέες τιμές-στόχοι στις τράπεζες
Παρά το δυσμενές διεθνές περιβάλλον και τις πιέσεις οι μετοχές έβγαλαν αξιοσημείωτη αντίδραση. Τα δομικά χαρακτηριστικά που αποκτά η κερδοφορία. Οι εκτιμήσεις για έσοδα και μερίσματα.
Η ένταση στη Μέση Ανατολή και η εκτίναξη της αβεβαιότητας στις αγορές ενέργειας μπορεί να επανέφεραν το ρίσκο στο προσκήνιο, όμως για τις ελληνικές τράπεζες η εικόνα που διαμορφώνεται κάτω από την επιφάνεια είναι εντελώς διαφορετική.
Σύμφωνα με τη Eurobank Equities, η αγορά συνεχίζει να τιμολογεί ένα υπερβολικά αρνητικό σενάριο, την ώρα που τα θεμελιώδη μεγέθη του κλάδου δείχνουν σαφή σταθεροποίηση, υψηλή ορατότητα κερδοφορίας και ισχυρό περιθώριο ανατιμολόγησης.
Η χρηματιστηριακή διατηρεί σύσταση «αγορά» για το σύνολο του κλάδου, με τιμές-στόχους στα 4,50 ευρώ για την Alpha Bank, στα 17,45 ευρώ για την Εθνική Τράπεζα, στα 10,30 ευρώ για την Τράπεζα Πειραιώς, στα 11,20 ευρώ για την Optima Bank και στα 11,10 ευρώ για την Τράπεζα Κύπρου, υπογραμμίζοντας ότι η σχέση ρίσκου και απόδοσης παραμένει ελκυστική ακόμη και μετά το πρόσφατο ράλι. Οι συστάσεις είναι όλες «αγορά», ενώ αυξάνει τη σύσταση σε Apha Bank και Optima Bank σε «buy» από «hold».
Σε επίπεδο επιλογών, η Τράπεζα Πειραιώς ξεχωρίζει ως η πλέον ελκυστική επενδυτικά, λόγω του συνδυασμού ισχυρής αύξησης κερδών και χαμηλής αποτίμησης. Παράλληλα, η Τράπεζα Κύπρου προβάλλεται ως η πιο αμυντική επιλογή, χάρη στις υψηλές διανομές κεφαλαίου. Η αναβάθμιση της σύστασης για την Alpha Bank και την Optima Bank αντανακλά την ενίσχυση των προοπτικών και τη βελτίωση του risk/reward, μετά την αναθεώρηση των εκτιμήσεων κερδοφορίας.
Tι αλλάζει στις ελληνικές τράπεζες
Η αγορά των ελληνικών τραπεζών πέρασε τους προηγούμενους μήνες από μια φάση έντονης αποστροφής κινδύνου, ιδιαίτερα μετά την κορύφωση των γεωπολιτικών εντάσεων. Στο χαμηλό της περιόδου, οι αποτιμήσεις ενσωμάτωναν σενάρια που υποδήλωναν αποδόσεις ιδίων κεφαλαίων κοντά στο 11%, δηλαδή χαμηλότερες ακόμη και από τα stress tests της ίδιας της Eurobank Equities.
Η αντίδραση που ακολούθησε, με άνοδο περίπου 22% από τα χαμηλά, δεν αποτελεί πλήρη επανατιμολόγηση, αλλά απλώς ένα πρώτο βήμα επιστροφής προς την κανονικότητα. Ακόμη και σήμερα, οι αποτιμήσεις συνεχίζουν να υποδηλώνουν αποδόσεις περίπου 13,5%, σημαντικά χαμηλότερες από τον στόχο για επίπεδα άνω του 15% σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα. Με άλλα λόγια, η αγορά έχει απομακρυνθεί από το ακραίο αρνητικό σενάριο, αλλά δεν έχει ακόμη αποτιμήσει το βασικό σενάριο. Και ακριβώς εκεί εντοπίζεται το περιθώριο ανόδου.
Τα κέρδη έχουν «πιάσει πάτο»
Καθοριστικό στοιχείο της επενδυτικής ιστορίας είναι ότι η φάση πίεσης στα καθαρά έσοδα από τόκους φαίνεται να έχει ολοκληρωθεί. Το τέταρτο τρίμηνο του 2025 επιβεβαίωσε ότι το χαμηλό σημείο είχε ήδη καταγραφεί το τρίτο τρίμηνο, με τα έσοδα να σταθεροποιούνται και να επιστρέφουν σε θετική τροχιά.
Η εξέλιξη αυτή δεν είναι συγκυριακή. Αντιθέτως, στηρίζεται σε διαρθρωτικούς παράγοντες: ισχυρή πιστωτική επέκταση άνω του 10%, κυρίως από επιχειρηματικά δάνεια, βελτίωση του κόστους καταθέσεων μέσω επανατιμολόγησης, και σταδιακή ανάκαμψη της λιανικής πίστης.
Παράλληλα, η εικόνα στα μη επιτοκιακά έσοδα είναι σαφώς βελτιωμένη. Οι προμήθειες αυξάνονται με ρυθμούς άνω του 10% και αποτελούν πλέον σχεδόν το ένα τέταρτο των συνολικών εσόδων, αντανακλώντας τη στροφή των τραπεζών προς δραστηριότητες όπως η διαχείριση κεφαλαίων και το bancassurance.
_5.png)
Κερδοφορία με δομικά χαρακτηριστικά
Το βασικό επιχείρημα της Eurobank Equities είναι ότι η κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών έχει πλέον αποκτήσει δομικά χαρακτηριστικά και δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τον κύκλο των επιτοκίων. Οι αποδόσεις ιδίων κεφαλαίων διαμορφώνονται ήδη κοντά στο 15% για τις συστημικές τράπεζες, ενώ σε περιπτώσεις όπως η Optima Bank και η Τράπεζα Κύπρου φθάνουν σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα.
Ταυτόχρονα, η ποιότητα ενεργητικού συνεχίζει να βελτιώνεται, με τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα να κινούνται κοντά στο 2,5%, ενώ το κόστος κινδύνου παραμένει ελεγχόμενο. Η πειθαρχία στο κόστος, παρά τις επενδύσεις σε τεχνολογία και εξαγορές, οδηγεί σε δείκτη κόστους προς έσοδα κοντά στο 36%, επίπεδο που ξεπερνά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το αποτέλεσμα είναι θετική λειτουργική μόχλευση και υψηλή προβλεψιμότητα κερδών.
Τα επιχειρηματικά σχέδια των τραπεζών ενισχύουν περαιτέρω την εικόνα ορατότητας. Η πιστωτική επέκταση αναμένεται να κινηθεί σε επίπεδα κοντά στο 7% ετησίως, με τα καθαρά έσοδα από τόκους να αυξάνονται κατά περίπου 6% ετησίως την επόμενη τριετία.
Τα έσοδα από προμήθειες αναμένεται να συνεχίσουν να αυξάνονται με μεσαίο έως υψηλό μονοψήφιο ρυθμό, ενώ το κόστος κινδύνου διαμορφώνεται κοντά στις 45 μονάδες βάσης. Σε αυτό το πλαίσιο, τα κέρδη ανά μετοχή εκτιμάται ότι θα αυξάνονται περίπου κατά 7% ετησίως, με τις αποδόσεις ιδίων κεφαλαίων να συγκλίνουν σε επίπεδα μεσαίων «teen» έως το 2028.
Κομβικός παράγοντας είναι η φύση της ελληνικής πιστωτικής αγοράς. Η δανειοδότηση είναι σε μεγάλο βαθμό συνδεδεμένη με επενδύσεις και έργα που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης, γεγονός που καθιστά τη ζήτηση πιο ανθεκτική σε βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις της οικονομικής δραστηριότητας.
Η βασική πηγή ανησυχίας για την αγορά παραμένει η ενέργεια. Οι υψηλές τιμές πετρελαίου και η πιθανότητα περαιτέρω ανόδου επηρεάζουν τις προσδοκίες για πληθωρισμό και ανάπτυξη. Ωστόσο, η Eurobank Equities επισημαίνει ότι η ελληνική οικονομία εμφανίζει σημαντική ανθεκτικότητα, με προβλέψεις για ανάπτυξη γύρω στο 2%–2,4% το 2026, ακόμη και σε περιβάλλον υψηλών τιμών ενέργειας.
Ακόμη πιο σημαντικό είναι ότι η μετάδοση του μακροοικονομικού σοκ προς τις τράπεζες είναι κυρίως έμμεση και όχι άμεση. Σε ένα δυσμενές σενάριο, η επίπτωση στην κερδοφορία παραμένει περιορισμένη, με τις αποδόσεις να υποχωρούν μόνο οριακά.
Παρά τη βελτίωση των μεγεθών, ο κλάδος εξακολουθεί να διαπραγματεύεται σε επίπεδα που δεν αντανακλούν την πραγματική του δυναμική. Οι ελληνικές τράπεζες κινούνται περίπου στις 9 φορές τα κέρδη του 2026 και κοντά στη 1,4 φορά τα ενσώματα ίδια κεφάλαια, ενώ προσφέρουν αποδόσεις προς τους μετόχους της τάξης του 7%–10%.
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι το discount έναντι των ευρωπαϊκών τραπεζών παραμένει άνω του 20%, παρά το γεγονός ότι η κερδοφορία και η κεφαλαιακή θέση έχουν συγκλίνει. Η ασυμμετρία αυτή αποτελεί, κατά την ανάλυση, τον βασικό μοχλό για περαιτέρω rerating.