Θα σκάσει η «φούσκα» της AI φέτος; Τι πιστεύει η JP Morgan
Τα διδάγματα της ιστορίας από τα φαινόμενα υπερτίμησης στις αγορές και τι μπορεί να μην ισχύει στη σημερινή πραγματικότητα. Ποιους τομείς αναμένεται να «χτυπήσει» εντονότερα η Τεχνητή Νοημοσύνη το νέο έτος.
Είναι τελικά το επενδυτικό boom στην Τεχνητή Νοημοσύνη «φούσκα»; Το ερώτημα αυτό απασχόλησε έντονα τις αγορές τη χρονιά που μας πέρασε και φαίνεται πως ο προβληματισμός θα συνεχιστεί και το 2026.
Οι απόψεις των αναλυτών μέχρι στιγμής διίστανται· ωστόσο, η JP Morgan κατέθεσε τη δική της εκτίμηση για την επανάσταση της Τεχνητής Νοημοσύνης στο Outlook για το 2026, παίρνοντας ξεκάθαρη θέση για το εάν θα σκάσει ή όχι σύντομα η «φούσκα».
Οπως θυμίζει η τράπεζα από τότε που η OpenAI λάνσαρε το ChatGPT, στα τέλη του 2022, οι επενδυτές στράφηκαν μαζικά προς την Τεχνητή Νοημοσύνη. Σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά, η «έκρηξη» της AI όχι μόνο δεν έχει κοπάσει, αλλά επιταχύνεται.
Συγχρόνως, έχει πυροδοτήσει ένα νέο κύμα επενδύσεων στις υποδομές. Οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες των ΗΠΑ έχουν υπερτριπλασιάσει τις ετήσιες κεφαλαιουχικές δαπάνες (capex), από 150 δισ. δολάρια το 2023 σε επίπεδα που θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τα 500 δισ. δολάρια έως το 2026.
Επίσης, σχεδόν το 40% της συνολικής κεφαλαιοποίησης του S&P 500 επηρεάζεται σήμερα άμεσα από τα γεγονότα και τις αντιλήψεις γύρω από την Τεχνητή Νοημοσύνη. Σε κάθε περίπτωση, η JP Morgan εκτιμά ότι η AI αναμένεται να αποτελέσει τον βασικό μοχλό διαμόρφωσης των αποδόσεων στις αγορές τα επόμενα χρόνια.
Τι διδάσκει η ιστορία για τις «φούσκες»
Οι αναλυτές της τράπεζας εξηγούν ότι οι χρηματοπιστωτικές «φούσκες» συνήθως ακολουθούν ένα συγκεκριμένο μοτίβο. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων ξεκινούν όταν οι επενδυτές πιστεύουν ότι η αγορά βρίσκεται σε φάση μετασχηματισμού. Τότε συνήθως ξεκινούν τις μαζικές επενδύσεις προκειμένου να καλυφθεί η μελλοντική ζήτηση.
Καθώς η ρευστότητα είναι άφθονη, τα κριτήρια χρηματοδότησης χαλαρώνουν, η μόχλευση αυξάνεται και δημιουργείται σταδιακά χάσμα ανάμεσα στα μεγέθη της οικονομίας και τις αποτιμήσεις των αγορών. Όσο περνάει ο καιρός, όλο και περισσότεροι επενδυτές ακολουθούν το ρεύμα — έως ότου η πραγματικότητα τους χτυπήσει την πόρτα και η φούσκα σπάσει.
Χαρακτηριστικά ιστορικά παραδείγματα αποτελούν η άνθηση των σιδηροδρόμων τη δεκαετία του 1840, αλλά και η εποχή των dot-coms με την έκρηξη του διαδικτύου στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Οι τεχνολογίες αυτές άλλαξαν πράγματι τον κόσμο, όμως η χρονική συγκυρία έχει τεράστια σημασία.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, μεταξύ 1843 και 1853, το σιδηροδρομικό δίκτυο σχεδόν τετραπλασιάστηκε, χωρίς όμως αντίστοιχη αύξηση στα έσοδα ανά μίλι. Αντίστοιχα, το 2001, ενώ είχαν τοποθετηθεί δεκάδες εκατομμύρια μίλια οπτικών ινών, μόνο ένα μικρό ποσοστό ήταν σε χρήση — και μάλιστα με χαμηλή αξιοποίηση της διαθέσιμης χωρητικότητας.
Τόσο η άνθηση των σιδηροδρόμων όσο και εκείνη του διαδικτύου χαρακτηρίστηκαν από τεράστια πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα που δεν δικαιολογούνταν από την καταναλωτική ζήτηση ή τα οικονομικά μεγέθη της εποχής.
Η σημερινή αφήγηση γύρω από την Τεχνητή Νοημοσύνη θυμίζει πράγματι τη ρητορική και το επενδυτικό ενδιαφέρον που αναμένει κανείς σε μια περίοδο μετασχηματισμού. Ωστόσο, όπως υπογραμμίζουν οι αναλυτές της JP Morgan προς το παρόν δεν παρατηρείται πλεονάζουσα δυναμικότητα.
Τα ποσοστά κενών χώρων σε data centers βρίσκονται σε ιστορικό χαμηλό, στο 1,6%, ενώ τα τρία τέταρτα της δυναμικότητας που βρίσκεται υπό κατασκευή έχουν ήδη προμισθωθεί. Σε ολόκληρη την αλυσίδα αξίας της υπολογιστικής ισχύος, της ενέργειας και των data centers, παρατηρούνται ελλείψεις σε σχέση με τη ζήτηση.
Από την άλλη, οι αναλυτές της τράπεζας επισημαίνουν ότι σε κάθε φούσκα οι αποτιμήσεις αυξάνονται σε επίπεδα που δεν δικαιολογούνται από τα μεγέθη της αγοράς, τις ταμειακές ροές ή τις περιπτώσεις χρήσης.
Για παράδειγμα κατά τη διάρκεια της φούσκας των dot-coms, υπήρχαν εταιρείες που εισήχθησαν στο χρηματιστήριο χωρίς να έχουν έσοδα. Επίσης, η τιμή της μετοχής της Cisco αυξήθηκε 40 φορές από το 1995 έως το 2000, ενώ τα κέρδη της μόλις 8 φορές.
Βέβαια, στην ανάλυση της η JP Morgan σημειώνεται ότι σήμερα παρατηρούνται εστίες υπερθέρμανσης στις ιδιωτικές αγορές. Π.χ. οι μονόκεροι (unicorns), δηλαδή οι εταιρείες με αποτίμηση άνω του 1 δισ. δολαρίων, αξίζουν πλέον όσο περίπου το 12% της συνολικής κεφαλαιοποίησης του Nasdaq, ποσοστό που βρίσκεται κοντά στο υψηλό του 2021. Παράλληλα, η αύξηση των αποτιμήσεων των startups τεχνητής νοημοσύνης υπερέχει συστηματικά έναντι εκείνης των μη-AI εταιρειών σε όλους τους γύρους χρηματοδότησης.
Ποιοι θα αισθανθούν εντονότερα το «τσίμπημα» της AI
Ωστόσο, εντός της έκθεσης ξεκαθαρίζεται ότι οι αποδόσεις που παρατηρούνται στις αγορές από τις εταιρείες Τεχνητής Νοημοσύνης έχουν δημιουργηθεί αποκλειστικά μέσω της αύξησης των κερδών. Για του λόγου το αληθές, σε βάθος πενταετίας η μετοχή της NVIDIA ενισχύθηκε επί 14 φορές, ενώ τα κέρδη της αυξήθηκαν επί 20 φορές.
«Πιστεύουμε ότι αυτή η ιδιαίτερα ισχυρή τεχνολογία θα αναδιαμορφώσει την αγορά εργασίας και θα ενισχύσει την παραγωγικότητα σε παγκόσμιο επίπεδο, δημιουργώντας ταυτόχρονα αξία τόσο στις δημόσιες όσο και στις ιδιωτικές αγορές. Ναι, οι μετοχές τεχνολογίας εξακολουθούν να οδηγούν την άνοδο των αγορών, όμως όχι — δεν βλέπουμε μια φούσκα έτοιμη να σκάσει», αναφέρουν χαρακτηριστικά οι αναλυτές της JP Morgan απαντώντας στις ανησυχίες περί φούσκας στην AI.
Κλείνοντας, οι αναλυτές εκτιμούν ότι το 2026 η ΑΙ θα επιφέρει σημαντικές αλλαγές σε όλους τους τομείς της οικονομίας. Ο αντίκτυπος της στην αγορά εργασίας αναμένεται να είναι πιο δυνατός, ενώ ορισμένες υφιστάμενες εταιρείες «λογισμικού ως υπηρεσία» (software as a service – SaaS) και άλλες τεχνολογικές επιχειρήσεις ενδέχεται να αισθανθούν εντονότερα το «τσίμπημα» της AI. Ωστόσο, οι αλλαγές αυτές ενδέχεται να δημιουργήσουν ταυτόχρονα τεράστιες ευκαιρίες.
«Για εμάς, ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι το να μην υπάρχει έκθεση σε αυτή τη μετασχηματιστική τεχνολογία», καταλήγουν οι αναλυτές.